Χρόνος ανάγνωσης 3 ΄

Από τη Σύλβα Σαραφίδου, Ψυχολόγο, MSc, AKC, PhDc

Η αξία της υγείας ως το πολυτιμότερο ‘αγαθό’ αποτελεί κοινή παραδοχή, τείνουμε όμως να την ανακαλούμε όταν αυτή απειλείται ή πλήττεται. Τα πρόσφατα γεγονότα έχουν φέρει στην επιφάνεια την σημασία της υγείας και έχουν κλονίσει την αντίληψη αυτής ως δεδομένη, μετατρέποντάς την απροσδόκητα στο κέντρο της προσοχής, σε κοινωνικό και διαπροσωπικό επίπεδο. Με την υγεία (σωματική και ψυχική) να κλονίζεται και να βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα για την πλειονότητα, παρά τον μόχθο για την διατήρησή της, δημιουργούνται ερωτηματικά για την φύση αυτής, τους παράγοντες που την επηρεάζουν, και τον τρόπο κατάκτησής της, στα οποία λίγη προσοχή αφιερώνεται, παρά το τεράστιο εύρος και την συχνότητα αναφορών στον όρο τελευταία. Παρά το ότι τα ερωτήματα μοιάζουν σχεδόν αυτονόητα, έχουν χαρακτήρα πολύπλευρο, ουσιώδη, και διαχρονικό (χωρίς να περιορίζεται στην παρούσα κατάσταση), με την πολυπλοκότητα να αυξάνεται όταν αναφερόμαστε στην ψυχική υγεία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) αρνείται την περιγραφή της υγείας ως απλά αντίθετη έννοια από την ασθένεια, μιας και κάτι τέτοιο είναι περιοριστικό, ελλιπές και έντονα ιατρό-κεντρικό, μα διευκρινίζει χαρακτηρίζοντας απλά και ξεκάθαρα την υγεία ως ‘μία ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’! Ο ορισμός όμως, παρά τον άμεσο χαρακτήρα του, έχει ιδιαίτερα σημαντικές επεκτάσεις. Η υγεία γίνεται αντιληπτή ως πολύπλευρη, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ σωματικής και ψυχικής, μα με τις δύο πτυχές να βρίσκονται σε έντονη και διαρκή αλληλεπίδραση. Επιπλέον, η υγεία δεν θεωρείται αντίθετη της ασθένειας, με κάθε κατάσταση να έχει απόλυτο ή ‘ασπρόμαυρο’ χαρακτήρα, ενώ ο υποκειμενικός της χαρακτήρας έρχεται στην επιφάνεια. Κατ’ επέκταση, υπονοείται πως ακόμα και άτομα με κάποιας μορφής ψυχική ή σωματική πάθηση, μπορούν να βιώσουν ‘μία ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’, έκαστος στα δικά του ‘μέτρα’, κάτι που είναι ιδιαίτερα και ουσιαστικά ελπιδοφόρο, μα και πραγματιστικό.

Η έννοια της υγείας σχετίζεται άμεσα με την έννοια της ποιότητας ζωής, της οποίας ο ορισμός έχει παρόμοιο ύφος.

Η ποιοτική ζωή αποτελεί το παράγωγο της αλληλεπίδρασης συνθηκών κοινωνικών, περιβαλλοντικών και υγείας, που επηρεάζουν την εξέλιξη του ατόμου και του συνόλου, και περιλαμβάνει την σωματική υγεία, την ψυχολογική κατάσταση, το επίπεδο αυτονομίας, τις κοινωνικές και διαπροσωπικές σχέσεις, τις πεποιθήσεις του ατόμου και την σχέση του με το ευρύτερο περιβάλλον του.

Συνδυαστικά, οι δύο όροι είναι πολύπλευροι και υποκειμενικοί, και όχι απόλυτοι: τόσο η υγεία όσο και η ποιότητα ζωής δεν είναι ‘αντίθετα’ με την ασθένεια ή την ‘κακή’ ζωή, παρά μπορούν να οπτικοποιηθούν ως τα δύο άκρα ενός συνεχούς. Η ‘ολοκληρωτική’ υγεία (κατάσταση μη ρεαλιστική, εκφερόμενη μεταφορικά) βρίσκεται στο ένα άκρο μιας νοητής ευθείας γραμμής, και η ‘ολοκληρωτική’ ασθένεια στο άλλο- παρόμοια και η ποιοτική ή μη ποιοτική ζωή. Κάθε ένας από εμάς βρίσκεται σε κάποιο σημείο του συνεχούς, μα δεν παραμένει εκεί στατικά- ανά φάσεις ζωής μετατοπίζεται προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση (συνήθως με μετατοπίσεις περιορισμένες σε ένα εύρος, μα με μεγάλες μετατοπίσεις να μην είναι απίθανες).

Συνδέοντας με το παρόν, και εφαρμόζοντας την ‘θεωρεία’ στην πράξη, οι δύο έννοιες και οι ορισμοί τους έχουν ιδιαίτερη σημασία και μπορούν να αποτελέσουν ρεαλιστικούς και συγκεκριμένους (αντί για αφηρημένους) στόχους για εμάς. Η διατήρηση της υγείας θα επιτευχθεί όταν αυτή στοχοποιηθεί πολύπλευρα- έτσι η παραμέληση κάποιας πτυχής, ταυτόχρονα με προσπάθειες απόκτησης άλλης δεν θα φέρει αποτέλεσμα (για παράδειγμα ο ακραίος και αλόγιστος περιορισμός κινήσεων και αλληλεπιδράσεων με στόχο την προφύλαξη μπορεί να μειώσει την ψυχική υγεία, η οποία με την σειρά της να επηρεάσει αρνητικά την σωματική). Μπορεί η ψυχική υγεία να μοιάζει αφηρημένη ή ακόμα και λιγότερο σημαντική, όμως χωρίς αυτή (ή χωρίς οποιαδήποτε άλλη πτυχή) η ‘ευρύτερη κατάσταση ευεξίας’ δεν θα επιτευχθεί. Επιπλέον, η αναγνώριση του σημείου επί του συνεχούς στο οποίο βρισκόμαστε στην εκάστοτε φάση, και η προώθηση της μετατόπισης προς την ‘θετική’ πλευρά μοιάζουν πολύπλοκες και μπορούν να αποτελέσουν πρόκληση. Ως ‘απλή λύση’ μπορεί να εφαρμοστεί το κριτήριο της λειτουργικότητας: παρατηρώντας τα επίπεδα λειτουργικότητάς μας (σωματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και επαγγελματικά) μπορούμε να διακρίνουμε τυχών ‘αρνητικές’ μετατοπίσεις, και χρησιμοποιώντας την αύξηση της λειτουργικότητας ως μέσο, μπορούμε να ωθηθούμε προς την ‘θετική’ πλευρά.

Τέλος, και πάνω από όλα, τόσο η υγεία όσο και η ποιοτική ζωή είναι καταστάσεις επιτεύξιμες από όλους, παρά τις προσωπικές διαφορές ή τις δυσκολίες και περιορισμούς που μπορεί κανείς να βιώνει, καθώς η έννοιες καθρεφτίζονται διαφορετικά σε κάθε άτομο. Στην παρούσα απρόσμενη κατάσταση, κληθήκαμε όλοι να αντιμετωπίσουμε προβλήματα και προβληματισμούς, που υπονόμευσαν την (σωματική και ψυχική) υγεία και ποιότητα ζωής του συνόλου, και των ατόμων. Εστιάζοντας στην ρεαλιστικά θετική χροιά των όρων, διακρίνουμε πως μπορούμε να διαχειριστούμε τα εμπόδια του απροσδόκητου παρόντος, διατηρώντας την υγεία και την ποιότητα ζωή μας.  

 

Βιβλιογραφία

Lehman A.F. (1995). Measuring Quality of Life in a reformed Health System. Health Affairs, 14(3), 90-101.

Millett, S., (2011). Self and embodiment: A bio- phenomenological approach to dementia, Dementia, 10 (4), 509-522.

Sarafidou, S., (2019). The Self in Alzheimer’s Disease: A Case Study with Implications for Life Quality, Hellenic Journal of Nuclear Medicine, 22, 180-186.

World Health Organization Website (www.who.int) (https://www.who.int/healthinfo/survey/whoqol-qualityoflife/en/)